νεύρο


νεύρο
[нэвро] ουσ. о. нерв,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "νεύρο" в других словарях:

  • νεύρο — το (ΑΜ νεῡρον) 1. συν. στον πληθ. τα νεύρα βιολ. όργανα υπό μορφή υπόλευκης ταινίας ή νήματος τα οποία μεταφέρουν τις αισθητικές και κινητικές διεγέρσεις μεταξύ εγκεφάλου και νωτιαίου μυελού αφ ενός και τών διαφόρων οργάνων, αφ ετέρου, και πρός… …   Dictionary of Greek

  • νεύρο — το 1. σύνολο νευρικών ινών. 2. δύναμη, ζωτικότητα: Άνθρωπος με νεύρο. 3. μέσο κίνησης, δράσης: Τοχρήμα είναι το νεύρο του εμπορίου. 4. φρ., «Έχω τα νεύρα μου», βρίσκομαι σε κατάσταση νευρικής ταραχής· «Mου χτυπάει στα νεύρα», με ενοχλεί πολύ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μέσο νεύρο — Νεύρο στο χέρι, που ελέγχει τις κινήσεις των μυών του πήχη και του άκρου χεριού και μεταβιβάζει την αίσθηση από ένα τμήμα του χεριού …   Dictionary of Greek

  • ισχιακό νεύρο — Το πιο μακρύ νεύρο του σώματος. Εκτείνεται από την κάτω άκρη του νωτιαίου μυελού και μέσω των γλουτών και έπειτα μέσω της κνήμης φθάνει στο πέλμα …   Dictionary of Greek

  • ακουστικό νεύρο — Τμήμα του κρανιακού νεύρου, που συνδέει τα αφτιά με τον εγκέφαλο. Μεταβιβάζει σήματα που σχετίζονται με την ακοή …   Dictionary of Greek

  • ζυγωματικό νεύρο — Κλάδος του άνω γναθικού νεύρου ο οποίος, μέσα από το υποκόγχιο σχίσμα, φτάνει στο εξωτερικό τοίχωμα της οφθαλμικής κόγχης και, κατόπιν, διέρχεται από τον ζυγωματικό πόρο. Από το σημείο αυτό, το ζ.ν. διακλαδίζεται στο ζυγωματοκροταφικό, που… …   Dictionary of Greek

  • νευριάζω — [νεύρο] 1. (μτβ.) εκνευρίζω, εξοργίζω, ερεθίζω κάποιον 2. (αμτβ.) εκνευρίζομαι, θυμώνω, εξοργίζομαι …   Dictionary of Greek

  • κρανιακά νεύρα — Ονομασία 12 ζευγών νεύρων που ξεκινούν από την πρόσθια επιφάνεια του στελέχους του εγκεφάλου και, μέσα από ειδικές οπές του κρανίου, φτάνουν μέχρι τα όργανα και τους ιστούς της κεφαλής και του τραχήλου και τα νευρώνουν. Από αυτά μόνο ένα, το… …   Dictionary of Greek

  • νευρικό σύστημα — Σύστημα οργάνων στα ζώα και στους ανθρώπους με το οποίο πραγματοποιείται η επαφή του οργανισμού με το περιβάλλον και με το οποίο αλληλοσυνδέονται τα όργανα μεταξύ τους και συντονίζονται οι λειτουργίες του σώματος. κεντρικό ν.σ. Στην κοιλότητα που …   Dictionary of Greek

  • αισθητικότητα — Σύνολο μεταβολών που εκδηλώνονται σε έναν ζωντανό οργανισμό ως αντιδράσεις προς ερεθίσματα που προέρχονται είτε από το εσωτερικό του είτε από το εξωτερικό περιβάλλον (δράσεις). Η α. συνδέεται με την αντίδραση του οργανισμού προς το ερέθισμα.… …   Dictionary of Greek